20.4.10
17.4.10
Να ζήσουν τα παιδιά!
Ήρθες αγάπη μου των Γ.Σπανού - Γ. Παπαστεφάνου, με τη Σούλα Μπιρμπίλη.
Άντε και στα δικά σας όσοι δεν το έχετε τολμήσει ακόμη (το παρακαθυστερήσατε ρε παιδιά) ή όσοι το σκέφτεστε να το κάνετε και πάλι (μερικοί θα σας πουν "το δις εξαμαρτείν κλπ", αλλά μη δίνετε σημασία). Επίσης -κυρίως- στων παιδιών μας, όσα είναι ακόμα ανύπαντρα ή πολύ μικρά.
16.4.10
11.4.10
Να τον χαιρόμαστε!
Κυρίες και Κύριοι,
Mesdames et Messieurs,
Señoras y señores,
Meine Damen und Herren,
ご列席の皆様,
Ladies and Gentlemen...
ο
Μανώλης Πρατικάκης !
Να τον χαιρόμαστε και να γίνει γερός και δυνατός σαν τον παππού του! Μανώλη, να σας ζήσει, να τον δείτε όπως επιθυμείτε και με το καλό κάποτε να δείτε και ...δισέγγονο! 9.4.10
Δευτέρα του Θωμά
"Γιατί είναι πολλά; Γιατί δεν προλαβαίνετε; Έχετε 15 ολόκληρες μέρες μπροστά σας! Τη Δευτέρα του Θωμά θα σας σηκώσω".
Και δεν ήταν μόνο ένας ο βασανιστής μας. Όλοι τους, μα όλοι τους, έβαζαν ύλη για διάβασμα. Μα καλά, δεν έκαναν Πάσχα αυτοί οι άνθρωποι; Τάμα το είχαν; Άντε μετά να κάνεις διακοπές με 50 σελίδες ασκήσεις και 150 κεφάλαια επανάληψη. Τη Μεγάλη Εβδομάδα κάτι γινόταν. Ξεχνιόσουν. Από Δευτέρα-Τρίτη του Πάσχα όμως, άρχιζε ο εφιάλτης της προετοιμασίας για τη "Δευτέρα του Θωμά".
Δεν ξέρω για 'σας αλλά εγώ ακόμα και σήμερα δεν νιώθω καλά με το άκουσμα αυτής της Δευτέρας. Ήδη ακύρωσα όλα τα επαγγελματικά ραντεβού...
4.4.10
Χριστός Ανέστη
Αγαπητοί Συμμαθητές και Φίλοι,
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, με ΥΓΕΙΑ, να χαίρεστε τις οικογένειές σας και ό,τι επιθυμείτε!
2.4.10
Το κουτί με τις κρυμμένες ιερές αναμνήσεις
της Μαρίας Μαρούδη
(ΙΒ΄ Θηλέων 1972)
Κάθε χρόνο τη Μεγάλη Εβδομάδα το ανοίγω και θυμάμαι και εγώ όλη αυτή την Ιερή μαγεία που ζούσαμε παιδιά στην Παναγίτσα τις Άγιες αυτές μέρες. Νόμιζα πως ήταν ρομαντισμός, ίσως και παλιμπαιδισμός και δεν το μοιραζόμουν. Όμως, παλιέ συμμαθητή Κώστα, φαίνεται ότι δεν ήμουν η μόνη. Πράγματι κάτι όμορφο, αγνό και καλαίσθητο γινόταν εκείνα τα χρόνια εκεί, που άφησε όμορφες αναμνήσεις στις ψυχές μας. Οι δύο ιερείς, παπα- Κώστας (Ανδρουλάκης για την ακρίβεια) που πριν γίνει ιερέας ήταν δάσκαλος, «ο μεγάλος», όπως τον λέγαμε και ο όντως καλλίφωνος παπα-Κώστας Δεληγιάννης, «ο μικρός», μίλησαν τόσο στη ψυχή μας που οι μετέπειτα Ιερείς που συνάντησα στη ζωή μου πάντα, άθελα μου, τους συνέκρινα μαζί τους και πάντα οι ταλαίπωροι έβγαιναν χαμένοι, είτε λόγω προσωπικότητας, είτε λόγω φωνής. Μα και οι ψάλτες που συνάντησα μετέπειτα όσο καλλίφωνοι και να ήταν, δεν μπόρεσε κανένας τους να ξεπεράσει τις μνήμες από τη φωνή του Τάκη του Σαλατέλη (παπα- Παναγιώτη πλέον) που έφυγε, όπως πολύ καλά γνωρίζω, σχεδόν αμέσως μετά την χειροτονία του για τις Η.Π.Α. Ήταν πολύ μορφωμένος και προοδευτικός Ιερέας και ενδεχομένως ορισμένα πράγματα να μην τα αποδέχτηκε στην Ελλάδα εκείνης της εποχής. Βέβαια ο αντικαταστάτης του, Λυκούργος Αγγελόπουλος (υπήρξα μετέπειτα μέλος της γυναικείας του χορωδίας), που σήμερα ψάλλει στην Αγία Ειρήνη στην Αιόλου, ήταν εξίσου καλός, αν και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία τότε ενορίτες άργησαν να τον αποδεχτούν μετά τον Τάκη. Όχι, λόγω φωνής αλλά τους έπεφτε κάπως βαριά η βυζαντινή του Χορωδία μετά την πολυφωνική του Σαλατέλη.
Για εμένα το τελευταίο Πάσχα στην Παναγίτσα ήταν το 1977 καθώς την επόμενη χρονιά παντρεύτηκα –στην Παναγίτσα φυσικά – και ζω τα τελευταία 30 χρόνια λόγω του επαγγέλματος του συζύγου στην επικράτεια. Η αλήθεια είναι πως στις κυριακάτικες λειτουργίες συμβιβάστηκα, όπου γης και πατρίς όπως λένε… Χίος , Αλεξανδρούπολη, Βόλος…. Το Πάσχα όμως υπήρχε όρος…. πάντα στο χωριό του συζύγου…. κάπου στα Τρίκαλα. Κανένα πρόβλημα άλλωστε υπάρχει ο μύθος: «Πάσχα στο χωριό, Χριστούγεννα στην Πόλη». Ερωτευμένη ήμουν, όλα καλά. Όμως τι ατυχία… οι άνθρωποι, συγγενείς και φίλοι υπέροχοι, ο σύζυγος τέλειος, ο παπα- Χρήστος όμως ό,τι πιο κακόφωνο υπήρχε… ομοίως και ο ψάλτης που με τα χίλια ζόρια έβγαζες άκρη από αυτά που έλεγε. Έπαθα σοκ. Δεν το άντεξα, ούτε εγώ ούτε τα αυτιά μου. Είχα συνηθίσει αλλιώς. Έφυγα στα μισά. Ευτυχώς η εγκυμοσύνη και οι ζαλάδες της, μου δώσανε το κατάλληλο άλλοθι, αλλιώς θα είχα βγάλει το όνομα της τρελής του χωριού. Για δέκα ολόκληρα χρόνια με την πρόφαση των μικρών παιδιών, παρακολουθούσα τις Ακολουθίες από την τηλεόραση και προσκυνούσα στην εκκλησία του χωριού. Μετά άλλαξε ο ιερέας, ήρθε ένας πιο νέος, πιο καλλίφωνος, μεγάλωσαν και τα παιδιά, μεγάλωσα και εγώ…. άλλωστε όλα μια συνήθεια είναι, άρχισα σιγά σιγά να πηγαίνω και εγώ στην εκκλησία του χωριού.
Το 2000 βρέθηκα ξανά στην Αθήνα για οικογενειακούς λόγους Κυριακή των Βαϊων. Δεν θα το έχανα με τίποτα… θα το ξαναζούσα. Βραδινή Ακολουθία του Νυμφίου στην Παναγίτσα μετά από τόσα χρόνια. Πήγα με συγκίνηση όμως… τίποτα δεν ήταν ίδιο. Όλοι εσείς παλιοί συμμαθητές, συμμαθήτριες, φίλοι, γείτονες κάποιοι είχατε (είχαμε) μετοικήσει, άλλοι πιο κοντά άλλοι πιο μακριά, οι μεγαλύτεροι είχαν γεράσει πολύ ή είχαν φύγει για πάντα. Ο παπα-Κώστας «ο μεγάλος», πολύ πιο μεγάλος, συνταξιούχος πλέον ενώ η κρυστάλλινη φωνή του «μικρού» είχε πια ραγίσει. Έφυγα και εδώ στα μισά. Κλαίγοντας και αποφασισμένη να κλείσω το κουτάκι με τις ιερές αναμνήσεις για πάντα.
Σε ευχαριστώ, παλιέ συμμαθητή Κώστα, που μου έδωσες την ευκαιρία να το ξανανοίξω. Ίσως το χρειαζόμουν.
Μαρία Μαρούδη
Υ.Γ. έχω και μια άλλη ανάμνηση. Κλείνοντας τα μάτια θυμάμαι το χρωματοπωλείο του θείου σου του Μεντή, με τις εκατοντάδες βίδες και καρφιά και τον βλέπω να εξυπηρετεί με τη μπεζ ποδιά του. Ααα…Και κάτι άλλο… εσείς οι Νεοκοσμίτες παλιοί συμμαθητές δεν μπορείτε να οργανώσετε κάτι και για εμάς που είμαστε απόφοιτοι του Ξυνού; Εγώ έχω κάποιες επαφές με κάποια κορίτσια.
1.4.10
Η Μεγάλη Bδομάδα
(ΣΤ' Γυμνάσιο 1972)
Από τότε που διάβηκα τον Ρουβίκωνα (γύρω στα 50 νομίζω ότι είναι αυτό) κάθε φορά που πλησιάζει το Πάσχα, ελπίζω ότι θα ξαναμπορέσω να ζήσω λίγο από τη μαγεία των Πάσχα των παιδικών μου χρόνων. Μάταια όμως. Τίποτε δεν είναι πια το ίδιο με τότε. Η εποχή της αθωότητας έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Δεν υπήρξα ποτέ ιδιαίτερα θρησκευόμενο άτομο, πλην όμως το τελετουργικό της Μεγάλης Βδομάδας με γοήτευε. Συμμετείχα ολόψυχα. Υπήρχε, τότε, μια μυσταγωγία που αιχμαλώτιζε το πνεύμα και τις αισθήσεις μου. Αφηνόμουν έτσι να παρακολουθώ και να συμμετέχω στις εκδηλώσεις της Μεγάλης Βδομάδας με όλο μου το είναι. Κάθε τέτοια εποχή, ζούσα γι αυτό. Μέχρι και παπαδάκι είχα ντυθεί, να κουβαλώ τις λαμπάδες και τα εξαπτέρυγα. Και το απολάμβανα.
Το κέντρο της γιορτής ήταν η Παναγίτσα, της οδού Σωστράτους. Κυριακή των Βαΐων, από νωρίς ήμασταν έτοιμοι γι αυτό που θ’ ακολουθούσε. Το «ιδού ο νυμφίος έρχεται» ηχούσε στ’ αυτιά μας ως το σφύριγμα της έναρξης των θείων παθών. Η εκκλησία φωταγωγημένη και σημαιοστολισμένη, κόσμος πολύς, οι περισσότεροι γείτονες, γνωστοί μεταξύ μας, οι χαιρετούρες περίσσευαν. Τα κοριτσόπουλα, ολόφρεσκα, φορώντας ρούχα πεντακάθαρα και καλοσιδερωμένα, σ’ ένα αδιάκοπο πήγαιν’ έλα, αναζητώντας μια ματιά από τα «μεγάλα αγόρια» της γειτονιάς. Μικροπωλητές, σουλατσαδόροι, ζητιάνοι, όλοι είχαν θέση στο προαύλιο και τα σκαλιά της Παναγίτσας. Και μέσα στο ναό, η στεντόρεια φωνή του παπα-Κώστα του «μικρού», πάσχιζε να διεκπεραιώσει με συνέπεια την αναπαράσταση του θείου δράματος.
Στην Παναγίτσα λειτουργούσαν τότε δύο άξιοι ιερωμένοι, ο Κωνσταντίνος Ανδρουλιδάκης (ο παπα-Κώστας «ο μεγάλος» όπως όλοι τον έλεγαν, επειδή ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία) και ο Κωνσταντίνος Δεληγιάννης (ο παπα-Κώστας «ο μικρός») ο οποίος είναι ακόμα στο πόστο του, μέχρι και σήμερα. Σεβάσμιες μορφές και οι δύο. Και έντιμοι κληρικοί, εξ όσων γνωρίζω, ανεξάρτητα από την πρόσδεσή τους στο Ιερωνυμικό άρμα (πράγμα που πληροφορήθηκα πολύ αργότερα). Ο παπα-Κώστας ο μεγάλος, με τα κάτασπρα γένια και μαλλιά, ήταν σχεδόν μορφή βιβλική. Έφερνε πολύ του Μωυσή (ή τουλάχιστον έτσι φάνταζε στα μάτια μου) όπως τον εικονογραφούσαν τα βιβλία Θρησκευτικών που είχαμε στο Γυμνάσιο. Ο παπα-Κώστας ο μικρός, άνθρωπος προσηνής και καταδεχτικός, είχε το χάρισμα της φωνής. Μοναδικός ιερουργός και ψάλτης. Οι ψαλμωδίες της Μεγαλοβδομάδας λες κι είχαν γραφτεί γι’ αυτόν. Κυριολεκτικά, μεγαλουργούσε!
Η πρώτη μεγάλη στιγμή ήταν την Μεγάλη Τρίτη το βράδυ. Ποτέ, μα ποτέ δεν έχει ακούσει άνθρωπος (εκτός από τους λίγους τυχερούς ενορίτες της Παναγίτσας) το τροπάριο της Κασσιανής όπως το έψαλε η χορωδία του Τάκη Σαλατέλη, από τον γυναικωνίτη του ναού. «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη, μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει». Εκπληκτικός ύμνος!!! Από μια χορωδία που απαρτίζονταν, κυρίως, από παιδιά της διπλανής πόρτας, που είχαν τόση σχέση με την εκκλησιαστική μουσική, όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο.
Ευτυχήσαμε τα χρόνια εκείνα (60’s-70’s) να έχουμε στην ενορία μας τον Τάκη τον Σαλατέλη. Έναν νέο άνθρωπο, δραστήριο και δημιουργικό, τον οποίο εγώ γνώρισα ως ψάλτη στην Παναγίτσα. Δεν γνωρίζω τι σπούδαζε, υποθέτω στη Θεολογική Σχολή πήγαινε, γιατί αργότερα, θυμάμαι, χειροτονήθηκε παπάς. Ο Τάκης λοιπόν, που έμενε σχεδόν απέναντι από την εκκλησία, στην οδό Ιππονίκου, είχε αυτό που λέμε «μεράκι». Και το έδειχνε. Η καταπληκτική χορωδία που είχε φτιάξει, είχε δύο συνθέσεις, μία light για τις λειτουργίες των Κυριακών και των εορτών και μια «διευρυμένη» για τις ανάγκες του Πάσχα. Θυμάμαι, παραμονές Πάσχα, την «παρέα» των χορωδών, να εγκαταλείπουν τα καφενεία και να μαζεύονται κάθε απόγευμα στον υπόγειο χώρο, κάτω από το ναό της Παναγίτσας, για πρόβες. Καμιά φορά, τύχαινε να περάσω απ’ έξω και πάντα στεκόμουν για λίγα λεπτά προκειμένου να πάρω μια πρόγευση των εκπληκτικών βυζαντινών μελωδιών του Πάσχα.
Η Μεγάλη Τετάρτη κυλούσε ήρεμα, χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις. Το τελετουργικό δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο, εκτός από το «μύρωμα» των πιστών. Καθαροί και φρεσκοσιδερωμένοι, ξεκινάγαμε από το σπίτι νωρίς το απόγευμα να πάμε στην εκκλησία, να μας αλείψει ο παπάς με τ’ άγιο μύρο. Συνήθως πηγαίναμε μικρές παρέες από γειτονάκια, ποτέ με τους γονείς. Ήμασταν «μεγάλοι» πια κι είχαμε τους δικούς μας ρυθμούς.
Την Μεγάλη Πέμπτη άρχιζε ουσιαστικά η συμμετοχή μας στα δρώμενα. Από νωρίς το απόγευμα, κλεινόμασταν στο ιερό του ναού, φορούσαμε την άσπρη μακριά στολή που έμοιαζε με ράσο, αυτή που φορούν τα παπαδάκια και σήμερα, έτοιμοι να παίξει ο καθένας το ρόλο του στο τελετουργικό της μέρας. Να κρατάμε τις λαμπάδες, τα φαναράκια και τα εξαπτέρυγα, το θυμιατό κι ό,τι άλλο χρειαζόταν, όταν ο παπα-Κώστας, πότε ο «μικρός» και πότε ο «μεγάλος», έβγαιναν μπροστά στην ωραία πύλη, για να διαβάσουν κάποιο από τα 12 Ευαγγέλια της ημέρας. Τα 12 Ευαγγέλια ήταν η μεγαλύτερη σε διάρκεια και πιο κουραστική λειτουργία των ημερών, με πολλή ένταση και συγκίνηση για τους πιστούς, που γέμιζαν ασφυκτικά την εκκλησία. Κι εκεί, στη μέση περίπου της λειτουργίας, μετά το 6ο Ευαγγέλιο νομίζω, έβγαινε ο παπα-Κώστας ο μικρός από την πλαϊνή πύλη του Ιερού, κρατώντας τον Σταυρό με τον Εσταυρωμένο, ψάλλοντας μέσα σε απόλυτη συγκίνηση και κατάνυξη το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας. Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο των αγγέλων βασιλεύς. Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται, ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις. Ράπισμα κατεδέξατο, ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ. Ήλοις προσηλώθη, ο νυμφίος της Εκκλησίας. Λόγχη εκεντήθη, ο υιός της Παρθένου. Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ. Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν». Κι όλο αυτό, περιφέροντας τον Σταυρό, αργά-αργά, σε όλο το ναό, μέσα σε μισοσκόταδο, αφού οι πολυέλαιοι έσβηναν και οι πιστοί άναβαν τα κεριά που κρατούσαν, ενώ οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα. Ήταν κάτι που μου άρεσε και επεδίωκα κάθε φορά να κάνω. Να χτυπάω τις καμπάνες. Αν δεν συμμετείχα στην περιφορά του Σταυρού, ανέβαινα πάντα στο καμπαναριό για το χτύπημα της καμπάνας. Όταν αργότερα η Παναγίτσα εκσυγχρονίστηκε, βάζοντας ηλεκτρικό σύστημα για το χτύπημα της καμπάνας, στεναχωρήθηκα γιατί έχασα το προνόμιο, όπως το θεωρούσα, να χτυπώ τις καμπάνες.
Μετά το τέλος της λειτουργίας κι αφού ο κόσμος αποχωρούσε για τα σπίτια του, εμείς παραμέναμε στις θέσεις μας. Είχαμε δουλειές να κάνουμε. Κάποιες γυναίκες αναλάμβαναν τον καθαρισμό από τα κεριά που είχαν πέσει στο πάτωμα. Άλλες, αναλάμβαναν το πένθιμο στολισμό, κρεμώντας από τα καντήλια, τους πολυέλαιους, τα μανουάλια και τις εικόνες, μεγάλες μωβ κορδέλες. Οι πιο νέες αναλάμβαναν τον στολισμό του επιτάφιου. Εκατοντάδες άνθη, τα οποία έφερναν οι πιστοί, περνιόντουσαν ένα-ένα σε κλωστές και στη συνέχεια δένονταν στον επιτάφιο. Κι εμείς, οι πιτσιρικάδες, όλο και κάπου χρειαζόταν να βοηθήσουμε. Να μην τα πολυλογώ, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, τα πάντα ήταν έτοιμα για την επομένη.
Θεωρούσα πάντα την Μεγάλη Παρασκευή σαν την κορυφαία ημέρα της Μεγαλοβδομάδας και του θείου δράματος. Από το πρωί στις 8 είχαμε την ακολουθία των Ωρών, με καταπληκτικούς βυζαντινούς ύμνους, που τους έψελνε, εξίσου καταπληκτικά, η χορωδία του Τάκη Σαλατέλη. Στη διάρκεια της λειτουργίας αυτής, γίνεται η αναπαράσταση της αποκαθήλωσης του Χριστού από τον Σταυρό, τυλιγμένου στην Ιερά Σινδόνη, και λίγο μετά, η είσοδος του επιτάφιου στο ναό. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα και οι υπέροχες ψαλμωδίες μαγνήτιζαν τους πιστούς, οι οποίοι συνέρρεαν κατά εκατοντάδες στην Παναγίτσα.
Το βράδυ, ήταν το αποκορύφωμα του εορτασμού. Η χορωδία του Σαλατέλη, στην οποία είχαν τώρα προστεθεί και γυναικείες φωνές, απογείωνε τις αισθήσεις, με τα εγκώμια, σε τρεις στάσεις. Στάση πρώτη: «Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν» και μετά, Στάση δεύτερη: «Άξιον εστί, μεγαλύνειν σε τον ζωοδότην, τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείναντα και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού» και στο τέλος, Στάση Τρίτη: «Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη ταφή σου, προσφέρουσι, Χριστέ μου». Κι ύστερα, η έξοδος από το ναό και η περιφορά του Επιταφίου στη γειτονιά. Πότε ακολουθώντας διαδρομή προς την Φραντζή κι ακόμα πιο κάτω, μέχρι την Ευστρ. Πίσσα, και πότε προς τα πάνω, την οδό Ευδόξου. Φορτωνόμουν, πότε ένα φαναράκι και πότε μια λαμπάδα και συμμετείχα στην περιφορά, πάντα δίπλα στον Eπιτάφιο. Μεγάλη τιμή! Τα πρώτα χρόνια, οι περιφορές ήταν αρκετά μεγάλες, «χορταστικές». Ύστερα, σιγά-σιγά, επειδή οι περιφορές πήραν χαρακτήρα περισσότερο «χαβαλέ» (συνέτεινε σ’ αυτό και η Χούντα με τις απαγορεύσεις της. Ο κόσμος, θέλοντας να αντιδράσει στην καταπίεση, κατέφευγε σιγά-σιγά σε ακραίες εκδηλώσεις. Μια απ’ αυτές ήταν και η ρίψη κροτίδων και βαρελότων κατά την περιφορά του επιταφίου αλλά και στην Ανάσταση, ακόμη κι ανάμεσα στα πόδια των παπάδων, πράγμα που φυσικά τους εκνεύριζε) σκέφτηκαν οι παπάδες κι αποφάσισαν, από αντίδραση, να περιορίσουν την περιφορά. Μια χρονιά μάλιστα, η περιφορά έγινε ακριβώς το τετράγωνο γύρω από τον ναό: Σωστράτους – Ιππάρχου – Μύσωνος – Αγκύλης – Σωστράτους. Τις επόμενες χρονιές, μάλλον το ξανασκέφτηκαν και κάπως άνοιξε ο κύκλος της περιφοράς, αλλά ποτέ οι περιφορές του Eπιτάφιου της Παναγίτσας δεν επανήλθαν στις παλιές διαδρομές.
Το Μεγάλο Σάββατο είχε περισσότερο διαδικαστικό χαρακτήρα, εν αναμονή της Ανάστασης, το βράδυ. Εκεί, γύρω στις εντεκάμιση, ξεκινούσαμε από το σπίτι, όλη η οικογένεια, προκειμένου να βρεθούμε σε κάποια «καλή» θέση, κοντά στην εξέδρα που στηνόταν στο προαύλιο της εκκλησίας. Είχε γίνει συνήθειο όμως να στεκόμαστε σχεδόν πάντα στην ίδια θέση και να έχουμε γύρω μας σχεδόν πάντα τους ίδιους –γνωστούς- ανθρώπους, με τους οποίους ανταλλάσσαμε ευχές μετά το Χριστός Ανέστη. (Το συνήθειο να κάνω Ανάσταση στην Παναγίτσα το κράτησα κι αφού μεγάλωσα κι έκανα οικογένεια, ακόμα κι όταν είχα αλλάξει γειτονιά, στο Νέο Κόσμο μεν, αλλά σε άλλη περιοχή. Μέχρι που κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα κανένα γύρω μου, ούτε που συνάντησα κάποιον παλιό γνωστό, γείτονα, συμμαθητή. Από τότε άλλαξα εκκλησία. Έτσι κι αλλιώς κι εκεί που πάω τώρα, όλοι άγνωστοι μου είναι).
Δώδεκα παρά είκοσι, έβγαινε ο παπα-Κώστας στην Ωραία Πύλη και μοίραζε το «άγιο φως», που είχε έρθει νωρίτερα στο Μετόχι του Πανάγιου Τάφου, στην Πλάκα, από τους Αγίους Τόπους- «Δεύτε, λάβετε φως...» Και μέχρι παρά δέκα, όλοι είχαμε τις λαμπάδες αναμμένες. Στο μεταξύ, έβγαιναν κι οι παπάδες στην εξέδρα για το τελετουργικό της Ανάστασης. Διάβαζε ο παπα-Κώστας ο μικρός το αναστάσιμο Ευαγγέλιο, με τη γνωστή δυνατή, καθαρή και μελωδική φωνή του «...διαγενομένου του Σαββάτου, Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη, ηγόρασαν αρώματα, ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν. Και λίαν πρωί της μιάς σαββάτων, έρχονται επι το μνημείον, ανατείλαντος του ηλίου. Και έλεγον προς εαυτάς, τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου; Και αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι αποκεκύλισται ο λίθος, ήν γάρ μέγας σφόδρα. Και εισελθούσαι εις το μνημείον είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, και εξεθαμβήθησαν. Ο δέ λέγει αυταίς, μή εκθαμβείσθε, Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον, ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν. Αλλ’ υπάγετε είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω, ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν, εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν. Και εξελθούσαι έφυγον απο του μνημείου, είχε δέ αυτάς τρόμος και έκστασις, και ουδενί ουδέν είπον, εφοβούντο γάρ...». Κι αμέσως μετά, κάποιες ευχές και ... «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν, ζωήν χαρισάμενος» μέσα σε ορυμαγδό κωδωνοκρουσιών, κροτίδων, ρουκετών, βεγγαλικών, πυροτεχνημάτων και βαρελότων. Πιτσιρικάς τα φοβόμουν όλ’ αυτά. Έκανα προσπάθεια να πειθαρχήσω τον εαυτό μου και να μην αφήσω τους φόβους μου να με επηρεάσουν. Κάποια χρονιά μάλιστα, προσποιήθηκα τον πολύ νυσταγμένο για να μείνω σπίτι και να μην πάω στην ανάσταση με την οικογένεια. Δεν μου πέρασε, έτσι δεν το ξαναεπιχείρησα ποτέ. Τώρα πια, για να ‘μαι ειλικρινής, δεν φοβάμαι τις κροτίδες αλλά τη βλακεία αυτών που τις ρίχνουν ανάμεσα στον κόσμο. Δεν έχω καμιά όρεξη να βρεθώ ξαφνικά σε κάποιο Νοσοκομείο με απώλειες σε κάποιο μάτι, αυτί, δάχτυλο ή δεν ξέρω τι άλλο. Τόσα συμβαίνουν κάθε χρόνο. (Επίσης, φοβάμαι και τα πιτσιρίκια που περιφέρονται, κρατώντας αναμμένες λαμπάδες και κεριά και δεν ξέρεις από που να φυλαχτείς για να μη φουντώσεις).
Κάποια στιγμή, τα Χριστός Ανέστη τέλειωναν και οι παπάδες, με την υπόλοιπη κουστωδία, επέστρεφαν στο ναό, προκειμένου να συνεχίσουν την αναστάσιμη λειτουργία, που κρατούσε μέχρι τις 2 τη νύχτα. Ποιος καθόταν όμως μετά την Ανάσταση; Με τις λαμπάδες αναμμένες, όλοι κατευθείαν στο σπίτι για την μαγειρίτσα και τα κόκκινα αυγά. Έτσι κι αλλιώς, γι αυτή τη στιγμή ζούσαμε κάθε Μεγάλο Σάββατο.
Από τότε, έχω γιορτάσει δεκάδες Πάσχα. Πότε στην πόλη και πότε σε κάποια επαρχία. Ποτέ μου δεν ξαναβρήκα τη μαγεία του Πάσχα των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων. Ίσως ήταν ένα κομμάτι της εποχής της αθωότητας, που έχει πια χαθεί οριστικά.
Κώστας Κορωναίος
Τιμητική βράβευση
Δήμαρχε, από όλους εμάς τους παλιούς συμμαθητές σου,
Θερμά Συγχαρητήρια!
31.3.10
Ένα συγγενικό μας blog
http://ekto1970.blogspot.com
Κάνουν μια μεγάλη προσπάθεια να βρουν κι αυτοί τους παλιούς τους συμμαθητές. Αν γνωρίζουμε κάποιον που τελείωσε το Έκτο δυο χρόνια πριν από εμάς, ας επικοινωνήσουμε μαζί του.
"Κασσιανή" στον Άη Γιώργη (συνέχεια)
Πήγα αλλά δεν πρόφτασα τη χορωδία. Έφτασα στις 9 και είκοσι. Είδα πάντως λίγο την περιοχή γύρω-γύρω. Η θέα από τον Άη Γιώργη δεν είναι το ίδιο άπλετη όπως παλιά αλλά τουλάχιστον στη γειτονιά δεν έχουν αλλάξει και πάρα πολλά (ευτυχώς). Σας συνιστώ να πάτε μια βόλτα. Αφήστε κάπου το αυτοκίνητο και περπατήστε. Στενές ανηφόρες - κατηφόρες, σπίτια της εποχής μας, "μπέλα Νάπολη" αλα Νέος Κόσμος. Κι εκεί που έφευγα πάλι προς το σημείο που είχα παρκάρει, αφήνοντας πίσω μου την εκκλησία, η μεγάλη έκπληξη. Στο βάθος της οδού Διάκου ξημέρωνε ένα υπέροχο αυγουστιάτικο φεγγάρι. Ναι, ένα αυγουστιάτικο φεγγάρι στα τέλη του Μάρτη! Δεν ξέρω αν το είδατε απόψε. Εγώ πάντως έζησα το προσωπικό μου μεγαλοβδομαδιάτικο θαύμα εκεί πάνω. Μπήκα μετά στο αμάξι και άνοιξα όπως πάντα πρώτα το ραδιόφωνο. Και τότε έγινε η δεύτερη απανωτή έκπληξη. Το Τρίτο μετέδιδε ένα κοντσέρτο για όμποε του Telemann. H παραγωγή της εκπομπής του Νότη Μαυρουδή (ΣΤ' Γυμνάσιο - Class of early Sixties). Τελικά τίποτα δεν είναι τυχαίο. Έκατσα λίγο με σβηστή τη μηχανή και χάζεψα το φεγγάρι κάτω από τους ήχους μιας προκλασικής μουσικής που πάντα με τρέλαινε. To μεγαλοβδομαδιάτικο θαύμα είχε ολοκληρωθεί. Μπορεί να μου το χάρισε η Κασσιανή που δεν πρόλαβα να ακούσω. Όλη η μυρουδιά της άνοιξης μέσα σε πέντε λεπτά. Ακόμα και η κυρα-Ασπασία (έτσι τη φώναξε η γειτόνισα) που άνοιγε εκείνη την ώρα την εξώπορτά της, μού φάνηκε ότι έδενε απόλυτα με το φεγγάρι της οδού Διάκου, ψηλά στη "μπέλα Νάπολη" του Άη Γιώργη.
Πάρτε μια γεύση
29.3.10
"Κασσιανή" στον Άη Γιώργη
Από τον αναγνώστη του blog Βασίλη Δημητρόπουλο (ΣΤ' Γυμνάσιο - Class of 1970), μάθαμε ότι τη Μ. Τρίτη, στον Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου Ν. Κόσμου και ώρα 9.00 μμ, το περίφημο «Δοξαστικό Κασσιανής» θα ψάλει πολυμελής εκκλησιαστική χορωδία, στην οποία συμμετέχουν πολλά από τα παιδιά της γειτονιάς του τότε, κάτι που γίνεται κάθε χρόνο εδώ και πολλά χρόνια, υπό τη διεύθυνση του Πρωτοψάλτη Παναγιώτη Κάνδηλα.Όσοι σκοπεύετε να πάτε εκκλησία τη Μ.Τρίτη, είναι μια καλή ευκαιρία να ξαναβρεθείτε στην παλιά σας γειτονιά, ανάμεσα σε φίλους και να ακούσετε το "Κύριε, η εν παλλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή..." από δικούς σας ανθρώπους.
------
Για την "Τάξη του 1970" θα υπάρξει ξεχωριστή ανάρτηση πολύ σύντομα. Προς το παρόν, όσοι θέλουν να επικοινωνήσουν με το Βασίλη Δημητρόπουλο, το email του είναι vas.dim@hotmail.com
25.3.10
Ύμνος εις την Ελευθερίαν
"...Με τα ρούχα αιματωμένα
Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
Να γυρεύης εις τα ξένα
Aλλα χέρια δυνατά.
Μοναχή το δρόμο επήρες,
Εξανάλθες μοναχή
Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
Εάν η χρεία τες κουρταλή..."
Δ.Σολωμός 1823
"...Πυρετώδεις είναι οι διεργασίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το σχέδιο βοήθειας προς την Ελλάδα, εν όψει της Συνόδου Κορυφής της Πέμπτης. Μέχρι την τελευταία στιγμή το τοπίο παραμένει θολό σχετικά με το μηχανισμό στήριξης -οποίος κατά τα φαινόμενα θα είναι μεικτός, με τη συμμετοχή δηλαδή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Ανοικτό παραμένει επίσης το εάν θα συγκληθεί Eurogroup κορυφής προ της Συνόδου. Παρά τις πληροφορίες που έκαναν λόγο για γαλλογερμανική συμφωνία εν όψει της Συνόδου Κορυφής, από την γερμανική καγκελαρία -με δήλωση του εκπροσώπου της στο Reuters- διαψεύδεται ότι η Μέρκελ έχει πει το «ναι» σε οποιοδήποτε σχέδιο. Αλλά και ο Γερμανός υπουργός Οικονομίας Ράινερ Μπρούντερλε εξακολουθεί να εμφανίζεται αντίθετος σε κάθε ενδεχόμενο βοήθειας..."
Ειδήσεις 24/3/2010
23.3.10
Διαβάσαμε
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=141056
14.3.10
8.3.10
Oδός Λασσάνη, αριθμός ...1958-59
"...Είναι τραβηγμένη στην οδό Λασσάνη κάπου το 1958-59 (φωτογράφος Γρίβας, αν τον θυμάσαι, γωνία Φραντζή και Λασσάνη). Στη φωτογραφία είναι οι αδελφοί Κορωναίοι (οι πρώτοι από αριστερά), κάτοικοι οδού Λασσάνη, οι αδελφοί Καλογείτονα (αμέσως μετά), κάτοικοι Μανδροκλέους και ο μικρότερος εκ των αδελφών Πλαμαντούρα (στην άκρη δεξιά), κάτοικοι οδού Ιππονίκου. Προσωπικά εντυπωσιάζομαι από την χαμηλή νέφωση που υπάρχει στο βάθος της φωτογραφίας και η οποία κρύβει τους λόφους Λυκαβητού και Ακρόπολης. Επίσης, πού είναι τα αυτοκίνητα; Οεο;..."Από Email του Κώστα.
7.3.10
6.3.10
στου Ξυνού
Του Ξυνού ήταν ένα σχολείο στο οποίο ανετράφησαν γενιές και γενιές. Στου Ξυνού πήγε ο πατέρας μου που είχε γεννηθεί το 1919, αλλά κι ο αδελφός μου που γεννήθηκε μες στην κατοχή, το 1944. Στου Ξυνού, πήγαν οι θείοι μου, τα ξαδέλφια μου, όλοι οι γείτονες και οι περισσότεροι φίλοι μου. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα και δεν πήγα εγώ. Με τράβηξε το άλλο μεγάλο κολέγιο της περιοχής, αυτό της οδού Σπινθάρου, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι εντός του περίφημου Kynosargous Education System, το κολέγιο του Ξυνού είχε πάντα την περισσότερη αίγλη.
Πρώτα-πρώτα ήταν το μόνο με όνομα. Δεν λέγαμε "πάω στο 95ο Δημοτικό", λέγαμε "πάω στου Ξυνού". Μεγάλη υπόθεση. Έπειτα ήταν σε περίοπτη θέση. Γωνία Θεοδώρου Γεωμέτρου και Σωστράτου (κάποτε πρέπει να κάνουμε ένα αφιέρωμα στα καταπληκτικά ονόματα των δρόμων του Νέου Κόσμου) και φάνταζε τεράστιο στα παιδικά μάτια, ειδικά αν το έβλεπες ανεβαίνοντας τη Γεωμέτρου. Η είσοδος με τα λίγα σκαλάκια και τη μικρή καγκελόπορτα ήταν από την οδό Σωστράτου. Τον ίδιο δηλαδή δρόμο με την "Παναγίτσα" και το βιβλιοπωλείο του Λαρόζα που ήταν τα άλλα σημεία αναφοράς της γειτονιάς αυτής. Κοντά στου Ξυνού, στην οδό Βρεσθένης, ήταν το μπακάλικο του Καραλέκα (υπάρχει ακόμα, με παραδοσιακά είδη που δεν βρίσκεις στα supermarkets), το καρβουνιάρικο του Καστανιώτη (μια ταβέρνα με τσίγκινη στέγη που την είχε ο πατέρας του γνωστού εκδότη και που του τη νοίκιαζε η γιαγιά μου), το φαρμακείο της Κωστάμη, πιο πάνω το λουκουμάδικο του Βομβύλα κλπ. Δεν θυμάμαι πώς έλεγαν το φούρνο Ηρακλέους και Βρεσθένης. Εγώ πιο μεγάλος, όταν με έστελνε η μάνα μου να πάρω δυο φρατζόλες, πήγαινα στο Stadem του Ντέμου, στη Φραντζή, γιατί με το Μάκη, το γιο του ιδιοκτήτη, ήμασταν φίλοι και συμμαθητές. Γωνία Γεωμέτρου και Βρεσθένης υπήρχε κι άλλο μικρό μπακάλικο, του Αγγελόπουλου. Ήταν υπερυψωμένο από το δρόμο γιατί στο σημείο εκείνο έχει μεγάλη κλήση η κατηφόρα της Γεωμέτρου και στα 4-5 σκαλάκια που ανέβαινες μέχρι να μπεις, σε υποδεχόντουσαν δεξιά-αριστερά τα σακιά με τα όσπρια που τοποθετούσε ο γερο-Αγγελόπουλος, γιατί το μαγαζί του ήταν πολύ μικρό. Σε κάθε σακί υπήρχε μια μικρή χάρτινη ταμπελίτσα, ταλαιπωρημένη από το σβήσε-γράψε, με ξύλινο ποδαράκι που έμπαινε μέσα στα όσπρια, συνήθως δίπλα από τη μεταλλική σέσουλα και που έγραφε την τιμή του προϊόντος. "Φασόλια δρχ 0,15". Όταν έμαθα να διαβάζω, αυτό το "δρχ" μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Τα συνεχόμενα σύμφωνα χωρίς ένα φωνήεν είχαν κάτι το μυστήριο, όπως και οι μυρουδιές των παλιών μπακάλικων, με τα αμέτρητα διαφανή φακελάκια με τα ανατολίτικα καρυκεύματα, δίπλα στα μπριγιόλ για τα μαλλιά και τις ψάθινες σκούπες στην είσοδο (δείτε πάλι την ταινία ¨Της Κακομοίρας").
Δεν έχουμε ιδέα γιατί το σχολείο λεγόταν "του Ξυνού". Ποιος ήταν ο Ξυνός; O αρχικός ιδιοκτήτης; O πρώτος διευθυντής; Κάποιος που έκανε δωρεά να γίνει το σχολείο; Δεν ξέρουμε καν αν το όνομά του το γράφουμε σωστά. Μήπως είναι "Ξινός"; Το κτίριο πάντως των αρχών του 20ου(;) αιώνα, πρέπει να ήταν κι αυτό μικρό παλιό αρχοντικό. Πιθανότατα το εξοχικό(!) κάποιου Πλακιώτη όπως αυτά των περισσοτέρων στη γειτονιά. Στέκει πάντως ακόμα, ανανεωμένο με την κεραμοσκεπή του και στεγάζει τα ΚΑΠΗ του Νέου Κόσμου. (Να κι ένα καλό όταν το κράτος ασχολείται με το real estate και γίνεται ιδιοκτήτης ακινήτων. Κάποια κτίρια γλιτώνουν την αντιπαροχή).
Ατύχησα λοιπόν να μην πάω στο "Amherst". Με συνδέει όμως και μένα κάτι με το σχολείο αυτό και συνεπώς με όλους εσάς. Σ' αυτό το κτίριο, ένα βράδυ, πρέπει να ήταν τέλη της δεκαετίας του '80, σε μια λογοτεχνική εκδήλωση, άκουσα για πρώτη φορά κάποιον άλλον, δυο άγνωστές μου κοπέλες, να διαβάζουν ποιήματά μου. Μου φάνηκαν μάλιστα εντελώς άγνωστα, ότι μάλλον ήταν κάποιου άλλου. Οι κοπέλες βλέπετε τα διάβαζαν πολύ καλύτερα από μένα. Μη ρωτάτε, τι και πώς. Ήταν η εποχή που είχα αποφασίσει να δολοφονήσω την ποίηση. Απέτυχα. Ευτυχώς.
------
Προσέχτε στην πρώτη φωτογραφία, τα παιδιά τρία-τρία στα θρανία, σηκώνουν το χεράκι γιατί προφανώς κάτι θα ρώτησε ο φωτογράφος για να τραβήξει την πόζα. Ο Κώστας πρώτος-πρώτος με ύφος "λες να κάνω λάθος;", ενώ το κοριτσάκι στη μέση κοιτάζει γρήγορα το βιβλίο, ίσως για να βρει τη σωστή απάντηση. Βλέμματα γεμάτα αθωότητα και μια ξερακιανή δασκάλα, να επιβλέπει με πραγματική και συνειδητοποιημένη ευθύνη. Αλλά και η δεύτερη φωτογραφία έχει το ενδιαφέρον της. Δείτε για παράδειγμα στο βάθος την κυρία που δεν φαίνεται ολόκληρη, με το εμπριμέ της, την άσπρη τσάντα και τα άσπρα παπούτσια. Χαρακτηριστικό ντύσιμο των κάπως πιο μοντέρνων μανάδων μας, τη δεκαετία του '60.
Περιμένουμε Email από τον Κώστα και τον Οδυσσέα, αν έχουν περισσότερα στοιχεία. Ειδικά για τους Not Sure.







