27.5.14

Πρακτορείο Ξένου Τύπου


«…Την αναστολή των εργασιών του ανακοίνωσε το Πρακτορείο Διανομής Ξένου Τύπου στην Ελλάδα, ζητώντας από τους συνεργάτες του ιδιοκτήτες των σημείων να προχωρήσουν σε εκκαθάριση των αποθεμάτων τους...»

Ελληνικά sites 27/5/2014


Την εποχή της κρίσης, ειδήσεις σαν κι αυτή δεν προκαλούν εντύπωση πια. Όμως εδώ, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Οι ξένες εφημερίδες δεν απευθύνονται σε Έλληνες, αλλά σε πρεσβείες και ξένες αποστολές, και –κυρίως- σε τουρίστες. Αν υποθέσουμε ότι ο τουρισμός έχει αυξητική τάση, τότε το κλείσιμο του Πρακτορείου Ξένου Τύπου στην αρχή της τουριστικής σεζόν όντως εντυπωσιάζει. Φταίει ότι η «ποιότητα» αυτού του τουρισμού έχει πέσει και δεν ξοδεύει ούτε για μια εφημερίδα; Φταίει ότι οι νέες τεχνολογίες και το internet οδηγούν στην απόγνωση τον έντυπο Τύπο; Φταίει η αδιαφορία των ξένων για το τι συμβαίνει στις χώρες τους και στον κόσμο, όταν οι ίδιοι βρίσκονται διακοπές; Φταίει το υψηλό κόστος όλων των ξένων εντύπων μέχρι να φτάσουν στο περίπτερο μιας χώρας στην άκρη της Ευρώπης; Φταίνε τα δορυφορικά κανάλια που έχουν εισχωρήσει σε όλα τα ξενοδοχεία και μάλιστα FTA; 

Μπορεί οι αιτίες αυτές να ισχύουν η κάθε μια χωριστά και όλες μαζί ταυτόχρονα. Σημασία έχει ότι τελειώνει ένας θεσμός που ήταν κατά κάποιο τρόπο θεσμός και για μερικά από τα παιδιά του Έκτου. Στην εποχή μας δεν υπήρχε μόνο ένα Πρακτορείο Ξένου Τύπου, αλλά δυο. Το ένα σχεδόν απέναντι από το άλλο. Το πρώτο «του Σαμούχου», βρισκόταν στη Λ.Συγγρού, κοντά στο σημερινό σταθμό του Φιξ (παραδίπλα από το Goody's). Το άλλο, βρισκόταν στην Καλλιρρόης, μεταξύ Φραντζή και Αντισθένους. Δεν ήταν απολύτως ανταγωνιστικά μεταξύ τους, αλλά συμπληρωματικά, διότι είχαν συμφωνίες εκπροσώπησης με διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους το καθένα. Το πρώτο κυρίως έντυπα από την Αμερική, το άλλο από την Ευρώπη. Παρόλα αυτά ήταν κάπως ανταγωνιστικά με την έννοια ότι εκπροσωπούσαν και οίκους με βιβλία (τσέπης κυρίως) ή άλλα έντυπα που περιστόλιζαν όλα τα μεγάλα περίπτερα του κέντρου. 

Όσα παιδιά του Έκτου εργαστήκαμε καλοκαίρια σε αυτά τα πρακτορεία (καλοκαίρια είχαν την πολλή δουλειά κι έπαιρναν συχνά πιτσιρικάδες σαν κι εμάς), έχουμε πολλά να θυμόμαστε. Πρώτα-πρώτα οι κρυφές ματιές στους τίτλους των εφημερίδων που επειδή δεν πέρναγαν λογοκρισία μπορούσαν να γράψουν ό,τι ήθελαν για τη Χούντα. Και όντως καμιά φορά, όλο βλέπαμε και κανένα αρθράκι ή καμιά φωτογραφία ή σκίτσο γελοιοποίησης των Συνταγματαρχών. Έπειτα ήταν η μεγάλη χαρά να εξασκούμε κάπως τα γαλλικούλια της Ξένου και τα αγγλικά του Λιανού. Τρίτον, στη διανομή, μπαίναμε σε χώρους που διαφορετικά δεν θα είχαμε ευκαιρία να μπούμε, αφήνοντας καθημερινά παραγγελίες εφημερίδων στα μεγάλα ξενοδοχεία της Αθήνας, στις ξένες πρεσβείες, σε  μερικά «υπουργεία», στη «Βουλή» (που δε λειτουργούσε βέβαια ως Βουλή) κλπ. Χώρια που στις επιστροφές, όσοι ήμασταν λάτρεις του ποδοσφαίρου, κρατούσαμε για πάρτη μας όλα τα αθλητικά περιοδικά, σχίζοντας μόνο την πρώτη σελίδα η οποία ταξίδευε πίσω μέχρι τη χώρα προέλευσης, ως απόδειξη ότι το περιοδικό δεν πουλήθηκε. Τέλος, η εγκυκλοπαιδική γνώση που πρόσφεραν όλα αυτά. Δεκάδες έντυπα, βιβλία, εφημερίδες από όλο τον κόσμο, εκεί, σε μια γειτονιά της Αθήνας. Στη γειτονιά μας! 

Οι καιροί αλλάζουν, θα πείτε. Ναι, αλλάζουν, αλλά δεν μπορούν να αλλάξουν τις αναμνήσεις μας. Ακόμη και τα ονόματα μερικών «εξωτικών» εφημερίδων, έχουν παραμείνει ανεξίτηλα στη μνήμη μας έως και σήμερα (πχ. η Αλ Αχράμ του Καϊρου με τα ιερογλυφικά γράμματα). Μια γλυκιά ανάμνηση εκείνων των καλοκαιριών, όπως τόσες άλλες. Μια εποχιακή δουλειά, που δεν ήταν μόνο για το χαρτζιλικάκι, αλλά γιατί μας άρεσε πολύ.

Αντίο Πρακτορείο Ξένου Τύπου. Αντίο τσάρκα μέχρι το Σύνταγμα να δούμε τι γράφουν οι ξένοι. Αντίο «φιγούρα» στο κορίτσι μας με τον Monde κάτω από τη μασχάλη και το σχισμένο από εξώφυλλο Paris-Match για τη μαμά. Αντίο νιότη (και πάλι).


Σώτος Ροδόπουλος
ΣΤ' Γυμνάσιο 1972

Μάης 2014




ΥΓ1. Στα πρακτορεία αυτά εργαζόντουσαν και κάποια από τα υπέροχα παιδιά του Νυχτερινού Έκτου (αγόρια και κορίτσια). Αυτά ήταν βέβαια εκεί χειμώνα-καλοκαίρι και μας είχαν κατά κάποιο τρόπο υπό την προστασία τους, εμάς τους εποχιακούς πιτσιρικάδες. Δυστυχώς δε θυμάμαι κανένα όνομα. Όσον αφορά το μεροκάματο, ήταν πάρα πολύ μικρό. Παρόλα αυτά δικαιούμασταν «δώρο Χριστουγέννων» και περνάγαμε από το λογιστήριο παραμονές των εορτών και εισπράτταμε ένα ωραιότατο χαρτζιλίκι το οποίο στα μάτια μας ήταν μια μικρή περιουσία. Ήταν και η πρώτη φορά που βάζαμε επισήμως την υπογραφή μας σε κάποιο χαρτί: o εισπράξας! Βέβαια περίπου το ίδιο βραδάκι, ο εισπράξας γινόταν αμέσως «ο πληρώσας» αφού κάναμε μια ωραιότατη κατάθεση στο Πίκολο ή στο Πανελλήνιο ή στο χειμερινό Πρωτέα, με έργα Α-Β Προβολής κι ένα διφραγκάκι στην ταξιθέτρια. Ήμασταν όμως ευχαριστημένοι γιατί ήταν από τον κόπο μας. Μέχρι και στην Ατλαντίδα φτάναμε, κοντά στους Καλογήρους, γιατί είχε μια ταμία εκπληκτικής ομορφιάς. Ίδια η Λιζ Τέηλορ ή έτσι νομίζαμε.

ΥΓ2. Εκτός από τη χαρά της διανομής των εφημερίδων (που δεν ήταν και τόσο απλή υπόθεση λόγω του όγκου και του βάρους που έπρεπε να σηκώνουμε), μας άρεσε όταν μας ζητούσαν να βοηθήσουμε στην ταξινόμηση των βιβλίων. Οι λόγοι ήταν δυο. Ο πρώτος ήταν διότι ο χώρος των βιβλίων ήταν ο μόνος που μαζί με αυτόν των αφεντικών-ιδιοκτητών, είχε κλιματισμό. Όλο το υπόλοιπο «μαγαζί» έζεχνε. Ο δεύτερος ήταν γιατί εκεί προϊστάμενος ήταν ένας νεαρός κύριος, φοιτητής της Εμπορικής, αν θυμάμαι καλά, που εκτός από χιούμορ είχε βαθύτατη γνώση της ελληνικής ποίησης! Ναι, μέσα στη βρόμα των εφημερίδων και τα μουτζουρωμένα από τα μελάνια πρόσωπα και χέρια, κάποιος διάβαζε ποίηση. Ένα μεσημέρι τον άκουσα να τραγουδάει: 

Ήταν του Μάη το πρόσωπο
του φεγγαριού η ασπράδα
ένα περπάτημα ελαφρύ
σαν σκίρτημα του κάμπου

Kι αν θα διψάσεις για νερό
θα στίψουμε ένα σύννεφο
Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί
θα σφάξουμε ένα αηδόνι

Πρώτη φορά άκουγα Γκάτσο! Και μάλιστα μελοποιημένο από τον εκτός Ελλάδας -και σχεδόν ξεχασμένο επί Χούντας από τους πολλούς - Μάνο Χατζηδάκι. Είχα μείνει με ανοικτό το στόμα. Ο προϊστάμενος των βιβλίων με κοίταξε, μου χαμογέλασε κι αμέσως μου έκανε παρατήρηση που σταμάτησα τη δουλειά. Μετά γύρισε να δει αν μας ακούει κανείς και μου ψιθύρισε σχεδόν συνωμοτικά «γνώση, δουλειά, αγώνες». Πρώτη φορά εκείνο το μεσημέρι τον πρώτο καιρό της χούντας, άκουσα από κάποιον ένα μήνυμα που έμελλε μετά από χρόνια, με μικρή προσαρμογή, να γίνει ένα από τα βασικότερα συνθήματα μερίδας νεολαίας του λαού μας. Και δεν θυμάμαι καν το όνομα του φίλου. Καλή του ώρα, όπου κι αν βρίσκεται.


/σρ


 


Δεν υπάρχουν σχόλια: