16.7.10

Άρτο Απαρτιάν

Μια δυσάρεστη είδηση αγαπητοί φίλοι. Στις 30 Ιουνίου έφυγε ξαφνικά από τη ζωή ο εξαιρετικός ηθοποιός Άρτο Απαρτιάν. Ο Άρτο είχε γεννηθεί το 1956 στην Αθήνα και έζησε τα παιδικά του χρόνια στο Δουργούτι. Όπως μας πληροφορεί η φίλη Μαρία Ανδρεάδου, εκείνη την εποχή ήταν γνωστός ως "Ανέστης", έπαιζε πολύ καλή κιθάρα και ήθελε πάντα να γίνει ηθοποιός. Πιθανότατα δε να παρακολούθησε κι αυτός το Έκτο, δυο περίπου χρόνια μετά από εμάς. Αν κάποιος φίλος θυμάται τον Άρτο της εποχής εκείνης, ας μας στείλει ένα Email. 

Σε ανακοίνωση της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου διαβάσαμε ότι ο αρμενικής καταγωγής ηθοποιός, αποφοίτησε το 1984 από τη δραματική σχολή Πέλου Κατσέλη και μπήκε στο χώρο του θεάτρου παίζοντας το 1984 στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ, του Βολανάκη. Η τελευταία του θεατρική συμμετοχή ήταν στην «Εκατομμυριούχο» του Μπέρναρντ Σο, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (2009). Συμμετείχε σε περίπου πενήντα θεατρικές παραστάσεις όλων των ειδών, από κλασικό και σύγχρονο ρεπερτόριο μέχρι αρχαίο δράμα. Συνεργάστηκε σκηνοθέτες όπως οι: Σπ. Ευαγγελάτος, Μ. Βολανάκης, Σ. Χατζάκης, Θ. Μουμουλίδης, Στ. Λιβαθινός, Στ. Φασουλής, Γ. Μιχαηλίδης, Κ. Τσιάνος, Γ. Κιμούλης κ.ά. Στον κινηματογράφο έπαιξε κυρίως σε δεύτερους ρόλους σε ταινίες όπως οι: «Όμηρος» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, «Θα το μετανιώσεις» της Κατερίνας Ευγγελάκου, «Οι απόντες» του Νίκου Γραμματικού, «Μικρό έγκλημα» του Χρίστου Γεωργίου, «Σημάδια της νύχτας» του Πάνου Κοκκινόπουλου, «Πέτρινα χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη, «Παράδεισος στη Δύση» του Κώστα Γαβρά και «Guilt» του Βασίλη Μαζωμένου, η οποία ήταν και η τελευταία του κινηματογραφική συμμετοχή.

13.7.10

Διαβάσαμε

"Η ΕΚΤ δεν αγοράζει τα ελληνικά ομόλογα λόγω της κρίσης του (ελληνικού) κρατικού χρέους. Τα αγοράζει ώστε οι (ευρωπαϊκές) τράπεζες να μην χάσουν χρήματα.... Εάν η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία, βγουν από την ΕΕ και αναδιαρθρώσουν τα χρέη τους, οι τράπεζες της Γερμανίας και της Γαλλίας που κατέχουν ομόλογα των κρατών αυτών, θα γράψουν τεράστιες ζημιές..." (ελεύθερη απόδοση)

Ενδιαφέρον άρθρο του Μ.Whitney (ανεξάρτητος δημοσιογράφος) στο CounterPunch:

http://www.counterpunch.org/whitney07092010.html



(Thank you, King Kenny).

11.7.10

25 χρόνια μαζί



Καλοκαίρι, Μόντρεαλ, Ιούλιος 1985 - Καλοκαίρι, Αθήνα, Ιούλιος 2010: μαζί 25 χρόνια ταξίδι ανάμεσα σε δυο εποχές, όσο και το πανέμορφο "Dance me to the end of love", που γράφτηκε από τον συντοπίτη Λεονάρντο Κοέν την ίδια περίπου εποχή, ανάμεσα στο Μόντρεαλ και την Ύδρα.

Αφιερώνεται σε όσους άντεξαν και αντέχουν ακόμα τις δυσκολίες. Iδιαίτερα αυτές του σήμερα και του αύριο που έρχεται δυστυχώς πολύ γρήγορα και που δεν θα μας κουράσουν γιατί και πάλι θα είμαστε ΜΑΖΙ. Άλλωστε όπως έχει πει κι ο Κοέν, ο στίχος "dance me to your beauty with a burning violin" έχει αφετηρία τον έρωτα μέσα στο "ολοκαύτωμα", δηλαδή την πιο παράλογη και αδυσώπητη δυσκολία που θα μπορούσε ποτέ να αντιμετωπίσει ένα ζευγάρι. Αυτήν του θανάτου του.

Πατήστε λοιπόν το play κι αδιόρθωτα αισιόδοξοι για πάντα, χορέψτε μαζί μας "to the end of Love".

Σ.Ροδόπουλος
Ιούλιος 2010

6.7.10

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική

(Συνέχεια της ανάρτησης "Ελένη Βενετσάνου" του Ν.Χριστοδουλάκη)


του Κώστα Κορωναίου

(ΣΤ' Γυμνάσιο 1972)

Χίλια συγγνώμη φίλε Νίκο, αλλά θα διαφωνήσω. Πώς μπορείς αλήθεια, στην ηλικία των 17-18 χρόνων, να κρίνεις τους δασκάλους σου και να τους βρεις επαρκείς ή ανεπαρκείς; Πώς να κάνεις ευθεία κρίση πάνω στο γνωστικό τους αντικείμενο, όταν εσύ πρώτος είσαι αυτός που, είναι βέβαιο, δεν το κατέχεις (ακόμα). Μόνο συναισθηματική κρίση μπορείς να κάνεις. Μ' αρέσει, δεν μ΄αρέσει. Και τέρμα. Θυμάμαι, στην Πέμπτη πρέπει να ήτανε, είχα ήδη «κρίνει» τον Μαλεξιανάκη, με βάση αυτά που είχα ακούσει από τον αδελφό μου και τον είχα απορρίψει. Και τον πρώτο καιρό, δεν ήθελα να πατήσω στο μάθημά του με τίποτα. Κοπάνα στην κοπάνα, σε λίγες βδομάδες κινδύνευα σοβαρά να χάσω το μάθημα από απουσίες. Μπροστά στον κίνδυνο, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενος, έδωσα, μετά φόβου πίστεως, το παρόν. Γρήγορα κατάλαβα οτι δεν ήταν τόσο τραγικά τα πράγματα. Θα μπορούσαμε με λίγη καλή θέληση, να συμβιώσουμε. Έτσι κι έγινε.

Δεν είμαι από αυτούς που θα κρίνουν εκπαιδευτικά συστήματα και θα ρίξουν το ανάθεμα. Δεν έχω την ειδίκευση. Θα κρίνω εκ του αποτελέσματος. Και το αποτέλεσμα είναι παραπάνω από θετικό. Αν κρίνω από τη συντριπτική πλειοψηφία των συμμαθητών μας, είμαστε μια γεννιά που διδάχτηκε την ελληνική γλώσα σχεδόν άριστα. Κρίνω από τα γραπτά μας. Κρίνω από την εκφορά του λόγου μας. Κρίνω από τον πλούτο των εκφραστικών μας μέσων. Είμαστε η γεννιά που δεν θα είχαμε καμιά δυσκολία να γράψουμε έκθεση με θέμα την «αρωγή και την ευδοκίμηση». Χάρη στις προσπάθειες των καθηγητών με τις αμφισβητούμενες δυνατότητες. Του Μουτζούρη, του Τζαμαλούκα, του Χατζόπουλου, του «Μπακάλη» και άλλων λουλουδιών της τότε δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σε τάξεις με 50-55 μαθητές. Με εξοντωτικά ωράρια (6ωρα και 7ωρα). Με πρωί-απόγευμα (θυμήσου εκείνο το τραγικό Τετάρτη απόγευμα – Πέμπτη πρωί). Με Σάββατα.

Αντίθετα, σήμερα, πάντοτε εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, διαπιστώνεις μια αληθινή τραγωδία. Ο γλωσσικός μας πλούτος έχει συνθλιβεί ανάμεσα στα θλιβερά greeklish, στα οποία έχει καταφύγει η συντριπτική πλειονότητα της νεολαίας προκειμένου να κρύψει την γλωσσική της ένδοια και λεξηπενία. Κι όσοι από συνήθεια γράφουν ακόμα ελληνικά, κάνουν τόσα ορθογραφικά και συντακτικά λάθη, που αναρωτιέσαι αν έχουν αποφοιτήσει από την στοιχειώδη έστω εκπαίδευση.

Δεν μπορώ να αναλύσω εμπεριστατωμένα το φαινόμενο. Δεν έχω τις γνώσεις, δεν είμαι ειδικός. Σκέψεις μόνο μπορώ να κάνω και να διατυπώσω. Και να βγάλω κάποια συμπεράσματα. Όπως, ότι οφείλουμε το σεβασμό σ' αυτούς που, ο καθένας με τον τρόπο του, τη γλώσσα μας έδωσαν, την ελληνική.

Κώστας Κορωναίος
Ιούλιος 2010


3.7.10

Μουντιάλ 2010

Diego,

Todos nosotros los que nos gusta el fútbol que se jugará con honestidad, estamos muy triste para los cuatro! (*)
ekto1972



(*) Ντιέγκο, όλοι εμείς που θέλουμε το ποδόσφαιρο να παίζεται τίμια, είμαστε πολύ στεναχωρημένοι για την 4αρα!

2.7.10

Ελένη Βενετσάνου

του Νίκου Χριστοδουλάκη
(ΣΤ' Γυμνάσιο 1972)







Δεν ξέρω αν ήμουν καλό ή κακό παιδί. Δεν ξέρω με ποια μέτρα μπορούσες τότε να πάρεις το παράσημο του καλού παιδιού. Ο Χρυσόστομος (Κύργιος) ήταν. Ο Μιχαλάκης (Τζανόγλου) ήταν. Ο έκτοτε και μέχρι σήμερα στενός φίλος μου Ντίνος (Δανιάς) ήταν. Εγώ ήμουν κάτι σαν απόκληρος. Σήμερα, με την εμπειρία που έχω (30 και πλέον χρόνια προσπαθώ να είμαι δάσκαλος) καταλαβαίνω ότι το μεγάλο κουσούρι μου ήταν ότι αμφισβητούσα. Αμφισβητούσα τα πάντα και τους πάντες. Δεν νομίζω ότι έκανα άσχημα. Δεν νομίζω ότι θα έκανα κάτι άλλο αν ξαναπερνούσα από την ίδια διαδρομή σήμερα.

Δεν πιστεύω ότι έπρεπε να είσαι κακό παιδί για να αμφισβητήσεις την ικανότητα του Μουτζούρη, του Τζαμαλούκα, του Χατζόπουλου, του «Μπακάλη» και άλλων λουλουδιών της τότε δευτεροβάθμιας, να δώσουν το φως στη νέα γενιά των Ελλήνων. Απλά χρειαζόταν να μπορείς να μένεις απερίσπαστος μέσα στην πίεση που ασκούσε το στυγνό σύστημα της εποχής (Χούντα) και να έχεις μέσα σου την ανησυχία που κάθε νέος σ’ αυτή την ηλικία βιώνει εξαιτίας της μεγάλης εσωτερικής του επανάστασης. Και γίνεσαι απείθαρχος. Αμφισβητίας.

Έτσι λοιπόν, έφτασε κάποια στιγμή που ήρθε η μητέρα μου στο σχολείο για να ρωτήσει για τις επιδόσεις μου. Ο πατέρας μου είχε δηλώσει ότι δεν θα ξαναέρθει γιατί η εμπειρία του, την πρώτη φορά, ήταν τραυματική: «Αν δεν ήταν ο βαθμός της Γυμναστικής, θα πανηγύριζα νομίζοντας ότι ο γιος μου είναι άριστος. Όλοι οι βαθμοί ήταν 9 και 10. Μετά συνειδητοποίησα ότι στο Γυμνάσιο το άριστα είναι το 20» έλεγε και ξανάλεγε για να δικαιολογήσει την άρνησή του να ξαναπεράσει το κατώφλι του 6ου Γυμνασίου Αρρένων Αθηνών.

Η μητέρα μου λοιπόν, βρέθηκε αντιμέτωπη μ’ εκείνη την καθηγήτρια που τόσο αβασάνιστα, εμείς οι αμείλικτοι πιτσιρικάδες, ονομάζαμε «πλύστρα». Ήρθε μια φορά η γυναίκα στο σχολείο – ήταν και νοικοκυρά κατά το άλλο της "επάγγελμα" βλέπετε – και μύριζε χλωρίνη. Αυτό ήταν. Της έμεινε. Η γυναίκα αυτή λοιπόν θα ενημέρωνε τη μητέρα μου, στην επίσημη πρώτη εμφάνισή της στο 6ο. Κι εγώ, κάπου κρυμμένος, περίμενα τη συνέχεια…: τα εξ αμάξης.

Ω του θαύματος, η μητέρα μου ήρεμη με πλησιάζει. «Τι σου είπε;» την ρωτάω με αγωνία. «Μου είπε ότι είσαι πολύ ζωηρός αλλά να μη στεναχωριέμαι γιατί έτσι είναι τα περισσότερα αγόρια. Έχει κι εκείνη γιο και το γνωρίζει καλά. Μου είπε ότι είσαι πολύ δυνατό μυαλό και, αν πειθαρχήσεις, θα μπορέσεις να φτάσεις ψηλά. Μου είπε ότι εκτιμά ιδιαίτερα την παρουσία σου στην τάξη και περιμένει πολλά από σένα».

Ήταν η πρώτη φορά στη σχολική μου διαδρομή, που εισέπραξα έναν έπαινο. Ήταν η πρώτη φορά που η ψυχή ένοιωσε ότι μπορούσε να ακουμπήσει κάπου. Αυτή η καθηγήτρια, που είχε αργότερα την κακή τύχη να πέσει θύμα τροχαίου καθώς έβγαινε από το σπίτι της για να πάει σε κάποια συναυλία, με παρακολουθούσε από κοντά. Με μάλωνε αλλά και με επαινούσε. Διάβαζε πάντα τις εκθέσεις μου στην τάξη και πάντα είχε μια καλή κουβέντα να πει για κάθε στραβό πάτημά μου. Αυτή η γυναίκα άξιζε να είναι δασκάλα. Άξιζε να εκπαιδεύει ελληνόπουλα. Ήταν πρώτα απ΄όλα άνθρωπος. Αυτή και ο Λίνος Μπενάκης.

Όλη η "προίκα" που έχω από τη μέση εκπαίδευση είναι αυτοί οι δύο άνθρωποι. Ο Θεός (αν υπάρχει) να αναπαύσει την ψυχή της Ελένης Βενετσάνου. Ο ίδιος Θεός ας έχει καλά τον ευπατρίδη δάσκαλό μας Λίνο Μπενάκη.


Δρ Ν.Σ. Χριστοδουλάκης
Ιούλιος 2010



------
Trivia: Ο Νίκος όπως γνωρίζετε, εκτός από Καθηγητής στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ασχολείται ενεργά με το χόμπι της Φωτογραφίας, για το οποίο έχει επανηλειμμένως βραβευτεί. Τη φωτογραφία της ανάρτησης (Nikon D200, f/9, 1/320sec, ISO-250), μάς την είχε στείλει πριν από 2-3 χρόνια.
ekto1972

30.6.10

Αφιέρωμα στο Μουντιάλ (3): "Μαρακανά"

του Σωτήρη Ροδόπουλου
(ΣΤ' Γυμνάσιο 1972)


- «1-0»
- «Έξω ήταν!»
- «Τι έξω; Από εδώ δεν πέρασε; Ανάμεσα στον τερματοφύλακα και τη μεγάλη; 1-0!»
- «Άμα πέρασε ανάμεσα στον τερματοφύλακα και τη μεγάλη, τότε γιατί πήγε προς τα σκαλιά;»
- «Πήγε προς τα σκαλιά γιατί γκελάρισε στο παπούτσι του παιδιού από εδώ και μετά κύλησε μέχρι εκεί».
- «Μέσα ήταν, το είδα κι εγώ», ακούγεται μια φωνή κάποιου από τα παιδιά γύρω-γύρω.
- «Ρε σεις, μη μου χάσετε τη δεκάρα», λέει ένας άλλος πιτσιρικάς με κοντό παντελονάκι και τιράντες, «με έχει στείλει η μάνα μου για ψωμί και δεν θα μου φτάσουν τα λεφτά».

Πεζοδρόμιο της Εκαταίου, 1966. Ένα τσούρμο από παιδιά παρακολουθούν με μεγάλο ενδιαφέρον το «ντέρμπι των δύο». Διεξάγεται σε ένα καταπληκτικά φανταστικό και ταυτόχρονα σουρεαλιστικό γήπεδο. Ένα γήπεδο μόλις λίγων τετραγωνικών εκατοστών που έχει πρόκες αντί για παίκτες και μια δεκάρα αντί για μπάλα.

Η κατασκευή ήταν απλή. Παίρναμε μια μικρή σανίδα κάπως επιμήκη και καρφώναμε διάσπαρτες 22 μικρές πρόκες, περίπου μέχρι τη μέση τους. Βάζαμε επίσης 4 μεγαλύτερες πρόκες, που έπαιζαν το ρόλο των δοκαριών, από δυο σε κάθε τέρμα. Για jabulani είχαμε μια δεκάρα ή ένα εικοσαράκι και πολύ σπάνια ένα πενηνταράκι που ήταν όμως πολύ μικρό και δεν βόλευε, γιατί πέρναγε εύκολα ανάμεσα στις πρόκες και έμπαιναν πολλά γκολ φτάνοντας έτσι το σκορ σε αστρονομικά επίπεδα, κάπως εξωπραγματικά για τη φαντασία μας. Δραχμή ή δίφραγκο πολύ σπάνια γινόντουσαν «μπάλα», γιατί απλούστατα δεν υπήρχαν στις τσέπες μας ή αν υπήρχαν τα κάναμε παγωτά, σοκολάτες ή κλασσικά εικονογραφημένα.

Το «ποδοσφαιράκι» παιζόταν από 2 παίκτες. Έπαιζε μια ο ένας, μια ο άλλος, σουτάροντας τη δεκάρα με το δάκτυλο. Η δεκάρα έκανε ένα χαρακτηριστικό ήχο «κλινκ-κλονκ» πάνω στις πρόκες αλλάζοντας πορεία και όπου σταμάταγε καθόριζε το σημείο του αντιπάλου να παίξει. Έτσι ο πιο ικανός, όποιος δηλαδή έβαζε τα πιο πολλά γκολ –συνήθως παίζαμε μέχρι τα 10- ήταν ο νικητής, οπότε τη θέση του ηττημένου έπαιρνε ένα άλλο παιδί κ.ο.κ. μέχρι που στο τέλος έβγαινε ο «πρωταθλητής» της γειτονιάς της ημέρας εκείνης.

Το «ποδοσφαιράκι» ήταν καθιστικό παιχνίδι και έδρασε κυρίως τη δεκαετία του ΄50. Εμείς το προλάβαμε στα τελευταία του, κυρίως όσοι είχαμε μεγαλύτερα αδέρφια. Όπως στα τελευταία τους προλάβαμε τα αυτοσχέδια πατίνια («όρθια» ή «σταυρός») που είχαν ρουλεμάν αντί για ρόδες, τους βόλους, τις γκαζές, το τενεκεδένιο τηλέφωνο κ.α. Παίζαμε καθισμένοι στο πεζοδρόμιο, αναγκάζοντας τους περαστικούς να περάσουν από το δρόμο που ήταν φυσικά χωματόδρομος. Ήταν και από τις σπάνιες φορές που αφήναμε το δρόμο ελεύθερο στα κορίτσια για να παίξουν «κουτσό» ή «σχοινάκι» ή «τα μήλα». Τα κοριτσίστικα δηλαδή παιχνίδια με εξαίρεση ίσως το τελευταίο στο οποίο συμμετείχαν καμιά φορά και αγόρια. Τώρα που το σκέπτομαι, ίσως μόνο το «κλέφτες κι αστυνόμοι» και το «κρυφτό» ήταν mixed. Δηλαδή, για αγόρια και κορίτσια. Κάποια στιγμή όμως τα κορίτσια μάς το χάλασαν και το «κρυφτό» και έγινε τελείως κοριτσίστικο γιατί όποιος «τα φύλαγε» έλεγε ένα στιχάκι του τύπου:

«Τζένη Καρέζη
Κώστας Κακκαβάς
Αλίκη Βουγιουκλάκη
βγαίνω και τα φυλάς».

Στο δρόμο εκτός από μπάλα, παίζαμε καμιά φορά «ξυλίκι» και «πετροπόλεμο» (βλέπετε ήταν εύκολο να βρούμε πέτρες στους χωμάτινους δρόμους) αλλά ειδικά για το τελευταίο, επειδή είχαν ανοίξει άπειρα κεφάλια και είχαν σπάσει αρκετά τζάμια, είχε πέσει απαγορευτικό από τις μανάδες μας.

Στο «πρόκινο ποδοσφαιράκι» λοιπόν παιχτήκαν μουντιάλ και μουντιάλ εκείνη την εποχή. Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή έγινα πολύ δημοφιλής γιατί η κυρία Τούλα, η γειτόνισσα και καλή φίλη της μητέρας μου όταν μέναμε στην Τιμοξένου, μού έκανε δώρο ένα παλιό ξύλινο(!!!) ποδοσφαιράκι. Η κα Τούλα έμενε με την οικογένειά της σε μια παλιά καταπληκτική διώροφη μονοκατοικία. Το σπίτι αυτό, πραγματικό αρχοντικό των αρχών του 20ου αιώνα, είχε τεράστιους χώρους, ψηλοτάβανα δωμάτια με φανταστικές ταπετσαρίες στους τοίχους, διακοσμητικά ανάγλυφα στα ταβάνια και μια καταπληκτική εσωτερική ξύλινη σκάλα. Στο πίσω μέρος υπήρχε μια αυλή με ωραία μεγάλα πλακάκια και περιφερειακή πυκνή βλάστηση. Εκεί υπήρχε κι ένα άλλο μικρό σπιτάκι –πιθανότατα «της υπηρεσίας» κάποιων άλλων εποχών- που το είχε για εργαστήριο ο κυρ Ηλίας, ο άντρας της κας Τούλας. Ο κυρ Ηλίας, άνθρωπος με καταπληκτικό χιούμορ, ήταν δ/ντης των εξωτερικών μεταδόσεων του ΕΙΡ. Όταν ήμουν μικρός με είχε πάρει μερικές φορές μαζί του στη δουλειά και έτσι είχα δει από κοντά πώς γίνονταν οι ραδιοφωνικές μεταδόσεις στον Παναθηναϊκό τις Κυριακές ή η μετάδοση της ρίψης του Σταυρού των Θεοφανείων στον Πειραιά «παρουσία των Βασιλέων». Ο κυρ Ηλίας, άνθρωπος βαθύτατα δημοκράτης, όταν τελειώναμε τη μετάδοση και γυρίζαμε στην Αθήνα με το συνεργείο του ΕΙΡ, σήκωνε μεγάλες πλάκες με τα καμώματα των Γλύξμπουργκ ή άλλων επισήμων και «επισήμων». Μιλάμε για εποχές δύσκολες πολιτικά, αρχές της δεκαετίας του ’60, που αν έλεγες κάτι εναντίον της βασιλικής οικογένειας μπορεί και να πήγαινες φυλακή. Με τον κυρ Ηλία λοιπόν έμαθα δυο πράγματα. Πρώτον να ακούω ραδιόφωνο (ναι φίλοι, ακόμα και σήμερα, ακούω πολύ ραδιόφωνο, ιδίως τις νύχτες ή όταν οδηγάω). Δεύτερον, όταν ακούω ραδιόφωνο να ξέρω να ξεχωρίζω τον «πραγματικό» ήχο από τον «ψεύτικο». Την πραγματική είδηση δηλαδή, από την προπαγάνδα. Αυτό με ακολούθησε πάντα. Ακόμα κι όταν διάβαζα εφημερίδα, εγώ ήχους άκουγα και ξεχώριζα τους πραγματικούς από τους ψεύτικους. Ο κυρ Ηλίας μού έμαθε επίσης ότι ακόμη και η πιο δύσκολη στιγμή μπορεί καμιά φορά να αντιμετωπιστεί με χιούμορ. Ο κυρ Ηλίας και η κα Τούλα «έφυγαν», σχεδόν μαζί, ο ένας μετά τον άλλον, σε μεγάλη ηλικία όταν βρισκόμουν πια στο εξωτερικό. Όταν το έμαθα, πήρα νύχτα το αυτοκίνητο και πήγα και άφησα μια ανθοδέσμη έξω από το μέγαρο της καναδικής κρατικής ραδιοφωνίας. Ο θυρωρός του μεγάρου ακόμα αναρωτιέται γιατί κάποιος στα καλά καθούμενα αφήνει μια ανθοδέσμη νυχτιάτικα στο χιόνι …

Στο πίσω μέρος λοιπόν της αυλής του καταπληκτικού σπιτιού της οδού Τιμοξένου, ήταν το εργαστήρι του κυρ Ηλία. Δεν ήταν ηλεκτρονικό ή ραδιο-ηλεκτρολογικό εργαστήρι όπως θα φανταζόταν κάποιος λόγω του επαγγέλματος του κυρ Ηλία, αλλά ξυλουργικό! Ο κυρ Ηλίας είχε για χόμπι τις ξυλουργικές κατασκευές. Καμιά φορά συνδύαζε επάγγελμα και χόμπι και έφτιαχνε κάτι φανταστικά ηχεία. Πιθανολογώ λοιπόν να είχε φτιάξει αυτός το ξύλινο ποδοσφαιράκι που μού έκανε δώρο η κα Τούλα. Να το είχε φτιάξει δηλαδή για τα δικά τους παιδιά που ήταν πια μεγάλα, φοιτητές. Μπορεί και όχι. Μπορεί να τους το έστειλε η θεία τους η Σωσώ, η αδελφή της κας Τούλας, που έμενε μόνιμα στη Γαλλία. Δεν ξέρω να σας πω. Το ποδοσφαιράκι μου πάντως ήταν υπέροχο. Το καλύτερο δώρο που μου έκαναν ποτέ έστω και δεύτερο χέρι. Οι παίκτες ξύλινοι όπως είπαμε (αντί για τις πρόκες που είχαν οι άλλοι) με ωραίο καμπυλωτό σχήμα, περίπου σαν τα πούλια στο σκάκι. Ήταν επίσης χρωματισμένοι. Ξεθωριασμένοι λίγο αλλά πάντως με χρώμα. Οι μισοί κόκκινοι και οι μισοί πράσινοι, όχι έντονα. Το γύρω-γύρω του γηπέδου ήταν καφετί σκούρο.

Έγινα λοιπόν πολύ δημοφιλής με το ποδοσφαιράκι αυτό. Κανείς δεν είχε δει ποτέ κάτι παρόμοιο. Κανείς δεν ξαναείδε ποτέ κάτι παρόμοιο. Πέρασαν μετά πολλά χρόνια. Εμείς μεγαλώσαμε, στο γυμνάσιο παίζαμε καμιά φορά το άλλο, το μεγάλο ποδοσφαιράκι με τα περιστρεφόμενα χερούλια («πεντάδα», «τριάδα», «δυάδα» και «τέρμα»), στα «κακόφημα» μπιλιαρδάδικα ή σφαιριστήρια της περιοχής (αλήθεια γιατί το υπέροχο μπιλιάρδο είχε ταυτιστεί με την αλητεία; ποτέ δεν το κατάλαβα), μέχρι που τελειώσαμε το σχολείο. Εγώ μετά βρέθηκα στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και οι φίλοι μου, οι φίλοι μου, οι φίλοι μου…ήταν πάντα μαζί μου και ήμουν πάντα μαζί τους. Ακόμα κι όταν χανόμασταν για μήνες ή χρόνια.

Και το ποδοσφαιράκι της κας Τούλας; Ούτε που ξέρω τι απέγινε. Όπως δεν ξέρω τι απέγιναν τα μπάζα της αντιπαροχής του αρχοντικού της οδού Τιμοξένου, της οδού Εκαταίου, της οδού Βρεσθένης, της οδού Σωστράτου, της οδού Ευδόξου, της Σπινθάρου, της Γεωμέτρου, της Φωτομάρα, της Δεινοστράτου, της Θαρύπου, της Λαχούρη, της Κλαδά, της Αντισθένους, της Αγκύλης και τόσων άλλων ωραίων σπιτιών που είχε κάποτε ο Νέος Κόσμος.

Πέρασαν ακόμα κάμποσα χρόνια. Γεννήθηκε στο εξωτερικό το πρώτο ανίψι μου που ήταν και πρώτο εγγόνι για τους γονείς μου και ξαφνικά όταν μεγάλωσε κι άρχισε να κλοτσάει μια μπάλα, εκεί που έψαχνα το χιλιοστό παιχνίδι που θα του αγόραζα, θυμήθηκα το ποδοσφαιράκι. Έψαξα από εδώ, έψαξα από εκεί, internet δεν υπήρχε και πήγαινα στα παιχνιδάδικα με τα πόδια, σιγά μην το έβρισκα. Αυτό ή έστω κάτι παρόμοιο. «We have no idea of what you’re talking about». Αποφάσισα να του φτιάξω λοιπόν εγώ ένα, αλλά επειδή το «πρόκινο» το αποκλείσαμε λόγω επικινδυνότητας «μη βγάλει κανένα μάτι το παιδί», προσπάθησα ανεπιτυχώς να φτιάξω ένα ξύλινο, κολλώντας κάτι ξυλαράκια σε μια σανίδα. Πλήρης αποτυχία! Τα ξυλαράκια ξεκόλλαγαν ή έσπαγαν εύκολα. Το project απέτυχε και η ιδέα ξεχάστηκε.

Είπα ξεχάστηκε, ε; Ξεχνιούνται οι αναμνήσεις; Ξεχνιούνται τα «λιθαράκια της μνήμης» που θα ‘λεγε και η φίλη Μαρία; Όχι βέβαια. Ο γιος μου ο Ιάσονας έγινε ποδοσφαιρόφιλος από μικρός. Θέλετε γιατί ο Πανιώνιος ήταν απέναντι από το σπίτι, θέλετε γιατί ήταν ποδοσφαιρόφιλοι οι δικοί του φίλοι, ο Ιάσονας αγαπάει πολύ τη μπάλα. Δεν ξέρω αν είναι καλός παίκτης (σουτάρει πάντως δυνατά) αλλά ακριβώς επειδή έμαθε τη μπάλα από μικρός, είναι ένας πολύ καλός φίλαθλος. Πριν 3-4 χρόνια που πήγαινε ακόμη δημοτικό, ήταν μια βροχερή εβδομάδα και ήμασταν όλη η οικογένεια συνέχεια στο σπίτι. Αφού εξαντλήσαμε τα επιτραπέζια και βαρεθήκαμε κάθε βράδυ το scrabble, το τάβλι και το σκάκι, πετάχτηκα για μια δουλειά σε γνωστό ξένο πολυκατάστημα της οδού Πειραιώς που μένει ανοικτό μέχρι αργά. Περιδιαβαίνοντας τους διαδρόμους έπεσα επάνω σε κάτι ξύλινους στρογγυλούς δοκούς, σαν κουρτινόξυλα. Ήταν όλων των μεγεθών σε μήκος και όλων των διαμέτρων σε πάχος. Ακόμα και μια πολύ μικρής διαμέτρου, μόλις 5mm. Δεν είχα ιδέα, ούτε και τώρα έχω, σε τι μπορεί να χρησιμεύει ένα τόσο λεπτό δοκαράκι. Το κόβουν και το κάνουν «καβίλιες» σε κάποια ξυλοκατασκευή; Χρησιμεύει σαν πίρος για παράθυρο; Μήπως το χρησιμοποιούν στις γλάστρες για να ψηλώσουν τα λουλούδια; Ποιος ξέρει; Εμένα πάντως η «φλασιά» μού είχε έρθει. Είναι σαν τη γνωστή διαφήμιση που κάποιος κοιτάζοντας ένα άδειο καλάθι φρούτων, ονειρεύτηκε το μπάσκετ.

Καθώς πιάνουν τα χέρια μου, σκέφτηκα ότι στο σπίτι έχω όλον τον εξοπλισμό από τα προηγούμενα projects μου. Τρυπάνι, πριόνι, βίδες. Δεν μου έλειπε τίποτα. Αγόρασα λοιπόν το δοκαράκι, καθώς κι ένα κομμάτι σανίδας πάχους περίπου 2cm. Δεν ξέρω από τι ξύλο ήταν. Ασφαλώς καπλαμάς, αλλά μού άρεσε οπτικά για το σκοπό που την ήθελα. Τους έβαλα στο κατάστημα και μου την έκοψαν σε διαστάσεις 40x25cm περίπου (οι διαστάσεις που αναλογούν σε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο σε μικρογραφία). Τα κομμάτια που περίσσεψαν δεν τα πέταξαν. Τους είπα να τα κρατήσουν γιατί τα ήθελα για τα πλαϊνά τοιχώματα αλλά και για το υπόβαθρο του «Μαρακανά» που είχα στο νου μου. Όταν πήγα σπίτι, έκοψα με ένα λεπτό πριόνι το δοκαράκι σε 22 ίσα μέρη των 3cm περίπου. Πάνω στη σανίδα, ο Ιάσονας με ένα μολύβι ζωγράφισε τις γραμμές του αγωνιστικού χώρου κι εγώ με το τρυπάνι, άνοιξα σε προκαθορισμένα σημεία 22 μικρές τρύπες, πάχους 6mm και βάθους ενός cm η κάθε μια. Ακολούθως βίδωσα τα πλαϊνά τοιχώματα αφήνοντας χώρο για τα τέρματα και στη συνέχεια βάλαμε τους «παίκτες» στη θέση τους. Ο Ιάσονας δεν πίστευε στα μάτια του. Ούτε εγώ.

Ομολογώ ότι είχα συγκινηθεί με τη κατασκευή μας. Άκουγα ξανά τα παιδιά της Εκαταίου και της Τιμοξένου στα αυτιά μου κι έβλεπα τον κυρ Ηλία να κάθεται στον καναπέ του σαλονιού μας και να διακωμωδεί την πολιτική κατάσταση με τον πατέρα μου. Η μάνα μου ετοίμαζε τα καφεδάκια τους στην κουζίνα και η κα Τούλα έφερνε από δίπλα το πιάτο με τα σπιτικά κουλουράκια που είχε φτιάξει εκείνη την ημέρα.

- «Μπαμπά, η μπάλα φεύγει πολύ γρήγορα».

Η φωνή του Ιασονάκου με έφερε ξανά στην πραγματικότητα. Δεν είχε καταλάβει ότι η μπάλα δεν έπρεπε να είναι σφαιρική και ότι η γκαζά που έβαλε δεν έκανε για αυτή τη δουλειά. Είναι το μοναδικό ποδοσφαιράκι που δεν θέλει σφαιρική μπάλα. Έβγαλα ένα 2ευρω και αρχίσαμε το παιχνίδι. Ήταν απίστευτο. Ζούσα ένα όνειρο. Το ποδοσφαιράκι δεν το έφτιαξα τελικά για το γιο μου αλλά για μένα. Δεν του το είπα βέβαια ποτέ…

Αργότερα ο Ιάσονας πρόσθεσε και δίχτυα στα τέρματα από το τούλι μιας μπομπονιέρας, τα οποία στερέωσε με κόκκινες-μπλε πινέζες (τα χρώματα τυχαία, ε;). Περάσαμε άπειρες ώρες παίζοντας το δικό μας εσωτερικό πρωτάθλημα. Ένα καταπληκτικό παιχνίδι που δεν είχε κοστίσει πάνω από 2-3 Ευρώ συνολικά. Η «μπάλα» ήταν σχεδόν ίσης αξίας με το ίδιο το «Μαρακανά». Κάποια στιγμή μάλιστα την αντικαταστήσαμε με ένα καναδικό δολάριο γιατί όποιος στο σπίτι δεν είχε ψιλά, θυμόταν ότι στο «Μαρακανά» υπάρχει πάντα ένα 2ευρω το οποίο τις περισσότερες φορές ξεχνούσε έπειτα να αντικαταστήσει και έτσι το «Μαρακανά» έμενε χωρίς μπάλα.

Πέρασαν μήνες χαράς. Δικές μου, του Ιάσονα, των φίλων του. Ο Ιάσονας μεγάλωσε. Κάποια στιγμή είπε ότι θα το έβαφε αλλά ήταν πια στο Γυμνάσιο και δεν είχε χρόνο ούτε για παιχνίδι, ούτε για τίποτα. Ούτε ξαναπαίξαμε μαζί στο «Μαρακανά». Βρίσκεται ξεχασμένο εδώ και καιρό στο πάνω ράφι της βιβλιοθήκης του δωματίου του. Ίσως κάποτε το βάψει ο δικός του γιος. Του ζήτησα αν το βαπτίσει ποτέ, να το ονομάσει «Γήπεδο Τούλας και Ηλία Δ». Για αντιπαροχή, ούτε να το σκέπτεστε…




Σωτήρης Ροδόπουλος
Μουντιάλ 2010

28.6.10

G20 στο Τορόντο


Πηγή: The Montreal Gazette

Όταν το αποτέλεσμα κρίνεται στις λεπτομέρειες...

του Κακού Μαθητή της Τάξης
(ΣΤ' Γυμνάστιο 1972)


Καπέλο (προπονητής της Αγγλίας του οποίου η ομάδα αδικήθηκε): «Η φάση του Λάμπαρντ ήταν μία από τις πιο σημαντικές στο ματς. Ο διαιτητής έκανε ένα από τα μεγαλύτερα λάθη. Είναι απίστευτο, σε μία εποχή όπου η τεχνολογία έχει εξελιχθεί τόσο πολύ, οι διαιτητές να μην μπορούν να αποφασίσουν αν υπάρχει γκολ ή όχι!».

Λεβ (προπονητής της Γερμανίας του οποίου η ομάδα ευνοήθηκε), προς τιμήν του: «Είδα τη φάση μετά το ματς στην τηλεόραση. Η μπάλα είχε περάσει καθαρά τη γραμμή της εστίας και έπρεπε να μετρήσει το γκολ».

Αγκίρε (προπονητής του Μεξικού του οποίου η ομάδα αδικήθηκε): «Οι διαιτητές είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη. Όμως πιστεύω πως δύο λάθη άλλαξαν δραματικά τη ροή του αγώνα. Άλλο παιχνίδι έγινε πριν από αυτά κι άλλο μετά. Είναι προφανές πως το δεύτερο γκολ ήταν απόρροια του πρώτου. Χάσαμε την αυτοσυγκέντρωσή μας».

Καραγκιόζης (προπονητής του τσίρκου, ο οποίος για άλλη μια φορά ευνοήθηκε): «Αυτό που συμβαίνει τώρα στον Μέσι το είχα βιώσει κι εγώ 20 χρόνια πριν. Οι αντίπαλοι πήγαιναν για τα πόδια μου και όχι για την μπάλα. Αυτό που συμβαίνει είναι σκανδαλώδες... Κερδίσαμε ένα μεγάλο παιχνίδι και πιστεύω πως ήμασταν ανώτεροι σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Οι παίκτες μου έκαναν το καλύτερο δυνατό».


Ο Κακός της Τάξης


ΥΓ. Μετά από αυτά που γίνονται στο Μουντιάλ, φανταστείτε τι παπαροδικαιολογίες θα έχουν να λένε φέτος οι Πουπουρουποβαρούχες!

27.6.10

«...και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους, τ' Αη-Γιάννη θα 'τανε θαρρώ...»

του Κώστα Κορωναίου
(ΣΤ' Γυμνάσιο 1972)






Παραμονή του Αη Γιάννη του Κλήδονα, 23 Ιουνίου. Το έθιμο το τηρούσαμε πάντα. Κάθε χρόνο, ανελιπώς. Ανάβαμε φωτιές στις γειτονιές. Οι μόνοι που είχαν αντιρρήσεις, ήταν οι μανάβηδες της γειτονιάς. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, έβλεπαν τα καφάσια τους να γίνονται παρανάλωμα του πυρός, κυριολεκτικά. Θυμάμαι τον Τάσο τον Λουκατζίκο, στη μέση της Φραντζή, να μαζεύει κλείνοντας το μαγαζί, τους σωρούς τα καφάσια του και να τα κλειδώνει στο μαγαζί για να τα σώσει από τον αφανισμό. Κάναμε όμως μερικές διαπραγματεύσεις και τον καταφέρναμε να μας προσφέρει μερικά, τα πιό παλιά. Γυρίζαμε παντού εκείνη την ημέρα ψάχνοντας να βρούμε ξύλα για τη φωτιά. Και τα καταφέρναμε. Το βράδυ, στη μικρή πλατεία που σχημάτιζε η Αγκύλης με την Λασσάνη και την Μανδροκλέους, μια μεγάλη φωτιά, γιά όλους εμάς τους πιτσιρικάδες που θεωρούσαμε αυτονόητη την τήρηση του εθίμου. Εντάξει, δεν τα κάναμε όλα. Ούτε το αμίλητο νερό πίναμε, ούτε να μαντέψουμε το μέλλον προσπαθούσαμε. Κάναμε όμως τα βασικά. Πηδάγαμε πάνω από τη φωτιά! Κι αυτό ήταν όλο.

«...Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αη-Γιάννη αχ πόσα ξέρεις και μου λες, αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μου λες, που 'χουν πεθάνει».



Πηγές:
Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από παλιό άρθρο της Καθημερινής που μπορείτε να διαβάσετε στο link:

Οι στίχοι του Λευτέρη Παπαδόπουλου και του Μάνου Ελευθερίου που χρησιμοποιήθηκαν, έχουν γίνει υπέροχα τραγούδια από το Γιάννη Σπανό και το Δήμο Μούτση αντίστοιχα, τα οποία μπορείτε να θυμηθείτε στα παρακάτω links:

Παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους
κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ
και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους
τ' Αη Γιάννη θα 'τανε θαρρώ

Λευτέρης Παπαδόπουλος/Γιάννης Σπανός/Χαρούλα Αλεξίου (Νεοκοσμίτισσα για κάποιο διάστημα) :


Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές
του Αη-Γιάννη αχ πόσα ξέρεις και μου λες
αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μου λες
που 'χουν πεθάνει

Μάνος Ελευθερίου/Δήμος Μούτσης/Δημήτρης Μητροπάνος:




Info:

To πανάρχαιο έθιμο του Κλήδονα (η γιορταστική αποκάλυψη των μελλοντικών συζύγων των κοριτσιών) διατηρείται -ευτυχώς- ακόμη και σήμερα, σε πολλά μέρη της πατρίδας μας. Το κλίμα αυτών των εορτών έχει  καταγραφεί υπέροχα από τον εθνικό ποιητή Γιώργο Σεφέρη και μελοποιηθεί από το Γιάννη Μαρκόπουλο:

Τα μονοκοτυλήδονα και τα δικοτυλήδονα
ανθίζανε στον κάμπο
σου το 'χαν πει στον κλήδονα και σμίξαμε φιλήδονα
τα χείλη μας, Μαλάμω

Γιώργος Σεφέρης/Γιάννης Μαρκόπουλος/Λάκης Χαλκιάς:

ekto1972

26.6.10

Λιθαράκια μνήμης

της Μαρίας Α.
(ΙΒ΄ Θηλέων 1971)


Αγαπητοί φίλοι, παιδιά όλοι του Ν. Κόσμου, ας βάλουμε όλοι τα λιθαράκια της μνήμης μας μήπως και φτιάξουμε ξανά.....ένα νέο κόσμο!!!!

Είχα την τύχη να φοιτήσω και στα δύο εξαιρετικά «ιδρύματα» και στο Amherst College (Δημοτικό Σχολείο του Ξυνού) και στο M.I.T (12ο Γυμνάσιο Θηλέων), οπότε καταλαβαίνετε ότι συγκινήθηκα ιδιαίτερα από το ταξίδι που «στήσατε» εσείς όλοι, πίσω στο χρόνο, τότε που ήμασταν παιδιά και η ζωή ήταν απλά γεμάτη από εικόνες (…μετά άρχισε η υλοποίησή τους). Όλα ήταν αθώα και σε κάθε περίπτωση, λειτούργησαν ευτυχώς σαν στέρεα θεμέλια και αποκούμπι της ψυχής μας, κάθε φορά που έρχονταν τα δύσκολα!!!


Για να συνεισφέρω λίγο και εγώ στις μνήμες, σας στέλνω δύο φωτογραφίες. Η πρώτη είναι της Γ΄ τάξης, έχει ληφθεί στις 11-3-1962, Απόκριες (είναι η τάξη των παιδιών που γεννήθηκαν το 1953, πήγαν στην Α΄ Δημοτικού το 1959 και αποφοίτησαν από την ΣΤ΄ Γυμνασίου το 1971) και η δεύτερη είναι των ίδιων παιδιών όταν ήσαν στη ΣΤ΄ τάξη, όπου και φαίνονται ο διευθυντής Βασίλης Ταξάκης, ο δάσκαλος της Ε΄ τάξης Βασίλης Σύμψας, (τον άλλο κύριο δεν τον θυμάμαι), και η δασκάλα (αυτή στο πλάϊ αριστερά) Ευαγγελία Καλύβα(;). Σας θυμίζω ότι αριστερά κάτω από τη σκάλα έμενε η κ. Σταματίνα (την έχω φωτογραφία) που καθάριζε το σχολείο κλπ., μια καλή γυναίκα (καμία σχέση με τους Μήτσους των Γυμνασίων ΣΤ' και ΙΒ' ). Τα παιδιά των φωτογραφιών τα θυμάμαι (..με τη βοήθεια σημειώσεων βεβαίως!!!).


Τέλος, μια πινελιά ανάμνησης στις τόσες πολλές, σας θυμίζω το τσαγκάρικο του Κυρ-Ηλία (Μπέρτου), ένα μικρό κτίσμα 1 x 1, στην Εκαταίου, που έκοβε όμως στη μέση την οδό Γεωμέτρου. Γκρεμίστηκε στη δεκαετία του 1970, όταν άνοιξε ο δρόμος.

Ευχαριστώ για τη χαρά που μου δώσατε, θα τα ξαναπούμε.

Μαρία
Ιούνιος 2010

24.6.10

Η Εθνική Ελλάδος στο Μουντιάλ...

...όπως την είδε αυτές τις μέρες ΤΟ ΕΘΝΟΣ,...


...όπως την είδαν ΤΑ ΝΕΑ,...


αλλά και όπως είδαν στη Montreal Gazette, τον αποκλεισμό της Γαλλίας.